18.12.2007 |

Γιατί το καλύτερο διαβατήριο για τη δουλειά αυτή η Σαρλίζ το βλέπει κάθε πρωί στον καθρέφτη της: ένα πρόσωπο για το οποίο κάποιος θα σκότωνε, ένας άλλος θα δεχόταν να μπει στη φυλακή και ένας τρίτος να απαρνηθεί τα βασικά του ανθρώπινα δικαιώματα προκειμένου να ξυπνά δίπλα του κάθε πρωί. Και το σώμα της. Θεέ μου, το σώμα της, πώς το ξέχασα αυτό; Τι είδους γυναίκα πρέπει να είσαι ώστε κάποιος να ξεχνά σχεδόν να αναφερθεί στο τέλειο κορμί σου;
Με τα έντονα βαμμένα μάτια της περιεργάζεται το χώρο, ελπίζοντας βαθιά μέσα της να μην την αναγνωρίσει κάποιος θαυμαστής της και της κάνει τις συνηθισμένες σκηνές λατρείας. Σελέμπριτι: μια ιδιότυπη κατηγορία επαγγελματιών, οι οποίοι πάντα επιλέγουν να κάτσουν στην πιο δυσπρόσιτη γωνιά ενός εστιατορίου, ώστε να μη γίνουν αντιληπτοί από τους υπόλοιπους κοινούς θνητούς. Που αποφεύγουν τη δημοσιότητα όπως ο διάολος το λιβάνι. Καλά, είμαστε σοβαροί; Γίνεται οι ίδιοι άνθρωποι που ικετεύουν για λίγη παραπάνω λάμψη και προβολή να είναι τόσο απόμακροι; Η σκέψη του δημοσιογράφου τηλεμεταφέρεται με μαγικό τρόπο πάνω στο γυναικείο πρόσωπο που έχει απέναντί του. Και συνειδητοποιεί κάτι: από τα 18 της χρόνια κιόλας η Σαρλίζ γνώριζε πόσο ποθητή ήταν. Στα 32 της πλέον έχει απόλυτη επίγνωση του τι συμβαίνει γύρω της. Τα μεγάλα, όμορφα μάτια της έχουν δει πολλά. Αλλά εκείνη δεν φοβάται. Δεν φοβήθηκε ποτέ της. Ούτε όταν αποποιήθηκε την εικόνα της ξανθιάς bimbo «τσαλακώνοντάς» την στην ταινία «Monster», όπου και κέρδισε το Όσκαρ ερμηνείας για το ρόλο της serial killer Αϊλίν Βόορνος.
Ο χρόνος παγώνει. Ο δημοσιογράφος και η Σαρλίζ κάθονται ο ένας απέναντι από τον άλλον σε ένα άδειο μεξικανικό εστιατόριο. Ακόμη μία από τις αντιδεοντολογικές ονειροπολήσεις του δημοσιογράφου. Δαγκώνει το τάκο του, παρατηρώντας έξω από το παράθυρο τους ανθρώπους να περνούν και να τον κοιτούν με ζήλια που δεν μπορούν να βρίσκονται εκείνοι στη θέση που είναι αυτός. Η σκηνή είναι ασφαλώς φανταστική, αλλά εκείνος κι αυτή μιλάνε σε real time για την πολιτική σκηνή της Αμερικής.
«Όταν ήμουν μικρό κοριτσάκι στη Νότια Αφρική, μας έλεγαν ότι οι ΗΠΑ αποτελούν ένα υπόδειγμα πολιτικής ευνομίας. Σήμερα όμως, όπου κι αν ταξιδέψω, κανείς δεν παραδέχεται τη δύναμή της. Όλοι θεωρούν την Ινδία και την Κίνα ως τις επόμενες υπερδυνάμεις».
«Εξακολουθούν να θεωρούν ότι κατάγεσαι από τη Νότια Αφρική ή σε περνάνε για Αμερικανίδα;»
«Συνεχίζουν και μου λένε "Τι ξέρεις εσύ; Εσύ είσαι Νοτιοαφρικανή". Αλλά μου έλεγαν το ίδιο κι όταν ήμουν μικρή στη Νότια Αφρική: "Γύρνα πίσω στην Ευρώπη", ακόμη κι όταν τους έλεγα ότι νιώθω Νοτιοαφρικανή. ¶λλο τόσο νιώθω και Αμερικανίδα βέβαια. Και χαίρομαι που ζω σε μια χώρα που έχει πλέον καταλάβει ότι δεν μπορεί να επιβάλλει τη θέλησή της και στις 26 διαφορετικές εθνικότητες που ζουν μέσα στην επικράτειά της. Η Αμερική ωστόσο έχει πολλά να διδαχτεί ακόμη».
«Γι' αυτό δέχτηκες να συμμετέχεις στην "Κοιλάδα του Ηλά", μια καθαρά πολεμική ταινία; Για να κάνεις την Αμερική να δει τα λάθη της; Υποδύθηκες μια ντετέκτιβ που έχει αναλάβει να ξεσκεπάσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ένας Αμερικανός στρατιώτης γύρισε τρελαμένος από τον πόλεμο στο Ιράκ. Μια ταινία μπερδεμένη, διφορούμενη, με κεντρικά της θέματα το καθήκον και τις ενοχές που προκύπτουν από αυτό».
«Ήθελα να κάνω την ταινία αυτή επειδή ακριβώς αποφεύγει να πέσει στα συνήθη κινηματογραφικά κλισέ περί τύψεων και ενοχών. Είναι δύσκολο να αναφερθείς στον πρόσφατο πόλεμο στο Ιράκ μόνο σε άσπρο ή μαύρο χρώμα. Με τραβάει το αμφίσημο ως έννοια. Με ανατρίχιασε το τελευταίο πλάνο της συγκεκριμένης ταινίας που δείχνει το άδειο βλέμμα του παιδιού. Ήταν ακριβώς ο λόγος για τον οποίο τον κάλεσαν να πολεμήσει: την αίσθηση ότι ακόμη κι αν οι συγκεκριμένοι στρατιώτες αρνούνταν να κάνουν ό,τι πιο απάνθρωπο τους διέταζαν στα πλαίσια του καθήκοντος, ο στρατός θα έβρισκε κάποιον άλλον που θα δεχόταν ευχαρίστως να το κάνει».
Μια εβδομάδα μετά η Σαρλίζ είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, φορώντας μοναχά ένα τιραντάκι, με τα μαλλιά της πιασμένα πίσω σε έναν ανομοιόμορφα γοητευτικό κότσο, σαν να ξύπνησε μόλις από έναν βαθύ, μακάριο ύπνο. Τα ρούχα της είναι πεταμένα στο πάτωμα, το τασάκι αναπαύεται στο περβάζι του παραθύρου. Μιλάει με το δημοσιογράφο.
«Θα με "αδειάσεις", έτσι δεν είναι; Με φοβήθηκε το μάτι σου με όλα αυτά που σου είπα και τώρα θες να μιλήσουμε γι' άλλα».
«Όχι, δεν θα κάνω κάτι τέτοιο. Κοίτα, μιλήσαμε για πολιτική. Καθόλου σέξι. Για τον πόλεμο στο Ιράκ. Επίσης αντισεξουαλικό θέμα. Δεν σε αδειάζω. Απλώς προσπαθώ να...»
«¶κου, είχαμε μια έντονη συζήτηση. Αλλά σου είπα για το σκύλο μου κι έκλαψα μπροστά σου. Αυτό δεν είναι κάτι που σου συμβαίνει κάθε μέρα, έτσι δεν είναι;»
«Ναι, συμφωνώ απολύτως. Αλλά η κουβέντα μας δεν κατέληξε πουθενά απολύτως. Εδώ καλά καλά δεν σε είδα να σηκώνεσαι από τη θέση σου».
«Λες ψέματα! Με είδες να σηκώνομαι και να πηγαίνω για κατούρημα!»
«Σε πειράζει να μιλάς για τέτοια θέματα;»
«Με πειράζουν μόνο οι λεπτομέρειες. Οι αναγνώστες σε διαβάζουν να λες ότι ήπιες ένα ποτό ή, ακόμη χειρότερα, να κρατάς ένα τσιγάρο στο χέρι την ώρα που πίνεις και ξαφνικά νομίζουν ότι ανά πάσα στιγμή θα καταρρεύσεις».
«Κανείς δεν είπε ότι καταρρέεις».
«Κι επίσης δεν θα σε αφήσουν σε χλωρό κλαρί αν πεις έστω μία φορά τη λέξη "γαμώτο"».
«Κι εσύ την έχεις πει ήδη εννέα φορές τα τελευταία πέντε λεπτά».
«Μήπως μετράς και το πόσα ποτά έχω πιει;»
«Ξέρω καλά πόσα ήπιες».
«Δύο. Κι εσύ έχεις πιει πέντε».
«Κάνεις λάθος. Έχω πιει επτά - ήπια και δύο την ώρα που σε περίμενα να έρθεις, θυμάσαι;»
«Γαμώτο!»
«Ήρθα νωρίτερα. Επίσης ήρθα περπατώντας μέχρι εδώ, σε αντίθεση με εσένα».
Σπρώχνει ελαφρά εκνευρισμένη το τραπέζι σε μια απόπειρά της να κάνει χώρο για να σηκωθεί.
«Πάω για κατούρημα και όταν γυρίσω την κάνουμε από εδώ».
Σηκώνεται. Ο δημοσιογράφος έχει ξεχάσει πόσο ψηλή είναι. Πάλι καλά που έχει κι αυτά τα χέρια που δίνουν ένα τέλος στο μακρύ της κορμί. Πιάνει την κοιλιά της. Τι ωραίο πλάνο: μια πανέμορφη γυναίκα να αγγίζει το σώμα της με τα μακριά της δάχτυλα. Ο δημοσιογράφος την παρατηρεί να φεύγει. Παρατηρεί το κορμί της να κινείται με αρχιτεκτονική χάρη πάνω στα ψηλά της τακούνια, μέχρι τη στιγμή που η Σαρλίζ φτάνει στη γωνία και γυρίζει απότομα με το βλέμμα της να συναντάει τα μάτια του δημοσιογράφου, ο οποίος πιάνεται επ' αυτοφώρω να τη χαζεύει αποσβολωμένος. Κανείς από τους δυο όμως δεν νιώθει αμήχανος από τη σκηνή που μόλις προηγήθηκε. Εκείνου του αρέσει να τη θαυμάζει κι εκείνη με τη σειρά της το διασκεδάζει. Εκμυστηρεύτηκαν ήδη ο ένας στον άλλον πολλά. Μοναχά με ένα φευγαλέο βλέμμα.
Ολόκληρη η συνέντευξη στο Esquire που κυκλοφορεί.