Τα videogames, όπως ξέρεις, έχουν καταφέρει να μεταφέρουν αυτούσια διάφορα από τα συναισθήματα που προκαλεί ο κινηματογράφος ή η τηλεόραση, την αγωνία, ας πούμε, ή το γέλιο, αλλά κάποια από τα άλλα δεν τα πετυχαίνουν με τίποτα. Δεν έχει βγει videogame που να σε κάνει να κλάψεις από συγκίνηση, ας πούμε. Ή να τρομάξεις στ' αλήθεια. Έχουν βγει παιχνίδια που διαδραματίζονται σε σκηνικό που υπονοεί τρόμο -ή έστω θυμίζει ταινίες τρόμου- αλλά το αποτέλεσμα ποτέ δεν είναι στ' αλήθεια τρομακτικό. Δεν μπορείς να τρομάξεις με ένα videogame γιατί εκ των πραγμάτων είσαι στη δράση μέσα, πρωταγωνιστής, πυροβολάς και λύνεις γρίφους και κάνεις και ράνεις, οπότε δεν μπορείς να βουλιάξεις στην ατμόσφαιρα με την παθητικότητα που απαιτεί ο κινηματογράφος.
Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται και στο Alan Wake, μια από τις πιο σοβαρές απόπειρες να φτιαχτεί κάτι τρομαχτικό για την κονσόλα σου. Ο Άλαν Γουέικ του τίτλου, λοιπόν, είναι ο συγγραφέας που λέγαμε, ξεκινά μια αναζήτηση για τη γυναίκα του και για να καταλάβει τι στο καλό συμβαίνει και το δάσος είναι γεμάτο με ζόμπι και όλο περίεργα και ανεξήγητα γίνονται γύρω του. Η υπόθεση είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και μπερδεμένη, με διάφορους χαρακτήρες (οι voice actors παίζουν πολύ καλά), λίγο κλισέ σενάριο αλλά ωραία ατμόσφαιρα. Είναι σαν να παρακολουθείς τηλεοπτική σειρά -είναι χωρισμένο και σε επεισόδια που ξεκινάνε με το "previewsly on Alan Wake". Αυτό είναι ένα πρόβλημα: Οι cutscenes που περιγράφουν την υπόθεση είναι πολλές και μακρόσυρτες. Πάνε την ιστορία παρακάτω, σίγουρα, αλλά μοιάζουν είτε να σου διακόπτουν τη δράση είτε, ακόμα χειρότερα, να διακόπτονται αυτές από τη δράση.
Η δράση περιλαμβάνει ένα στοιχείο πολύ ενδιαφέρον: Το φως. Το όλο νόημα είναι ότι "μια σκοτεινιά" έχει κυριεύσει αυτούς που σου επιτίθενται (που δεν είναι μόνο άνθρωποι -σε παρακάτω επίπεδα είναι και πόλτεργκαϊστ) και εσύ πρέπει να την πολεμήσεις με το φως. Οπότε θα περίμενε κανείς ο ήρωας να κάνει όλες τις βόλτες που έχει να κάνει τη μέρα, αλλά όχι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο καταλήγει να τα κάνει τη νύχτα, με το φακό στο χέρι. Συναντάς το λοιπόν τους κακούς, και δεν αρκεί να τους πυροβολάς για να πεθάνουν -πρέπει πρώτα να τους φέγγεις με το φακό για να "σβήσει" η σκοτεινιά τους κι έτσι να γίνουν πιο βολικοί στο σκότωμα. Το κόλπο στην αρχή μοιάζει μπελαλίδικο (σα να πρέπει να τους σκοτώσεις δυο φορές), αλλά στη συνέχεια -και με την προσθήκη ωραίων όπλων- προσθέτει στην εμπειρία, την κάνει πιο πλούσια, κι επειδή και ο τρόπος χειρισμού είναι καλός το μακελειό γίνεται πιο συναρπαστικό, γίνεται ποίηση.
Το κακό με τη δράση είναι πως όσο καλό είναι το shoot-em-up κομμάτι τόσο αδέξιο είναι το platform στοιχείο. Ο Άλαν Γουέικ δεν είναι Prince of Persia ούτε Έτσιο, και ευτυχώς το gameplay δεν τον χρειάζεται να πηδάει από πρεβάζι σε πλατφόρμα κι από μετερίζι σε σκαλωσιά πολύ συχνά.
Αν θες να γκρινιάξεις για κάτι άλλο μπροείς να πεις ότι το παιχνίδι είναι αρκετά γραμμικό, και μόνο σε κάποια σημεία σου δίνει (πολύ λίγο) χώρο να εξερευνήσεις και να βρεις αντικείμενα και μυστικά, ενώ η κάμερα του παιχνιδιού είναι τοποθετημένη σε σημείο που εμένα προσωπικά μου έσπασε τα νεύρα: Πίσω από την πλάτη του πρωταγωνιστή, αλλά πολύ κοντά, με αποτέλεσμα να μην βλέπεις όσο χώρο τριγύρω θα ήθελες.
Το τελικό συμπέρασμα είναι το εξής: Το παιχνίδι είναι αρκετά συναρπαστικό ώστε να θες να πας παρακάτω, η υπόθεση είναι αρκετά ενδιαφέρουσα (αν και Lost-ειδώς μπουρδουκλωμένη) για να θες να δεις τι γίνεται μετά, ο κόσμος του παιχνιδιού είναι εξαιρετικά καλοφτιαγμένος και σκοτεινός, και η ώρα περνάει ευχάριστα, μια χαρά. Μόνο που δεν τρομάζεις. Μπαίνεις στην Twin Peaks φάση, είναι ωραία η ατμόσφαιρα, σφίγγεσαι και λίγο όταν σηκώνεται ο αέρας και καταλαβαίνεις ότι μέσα από τις σκιές νάτοι, σούρχονται οι ζόμπηδες, αλλά τρόμος κανονικός δεν υπάρχει.
Θα παίξεις, θα διασκεδάσεις, αλλά μετά θα κοιμηθείς σαν πουλάκι. Μάλλον.
Συμπέρασμα: 7/10
Κυκλοφορεί για Xbox360































