04.03.2009 |

O Ντέιβιντ Μουρτικνέλι περνάει το διάστημα της προφυλάκισής του σχεδόν μόνος. Μεταξύ των λίγων που τον επισκέπτονται σήμερα στην Α' πτέρυγα των φυλακών Κορυδαλλού είναι οι δικηγόροι του, η πεθερά του και η γυναίκα του, που τον βλέπει μία φορά το μήνα. Ανάμεσά τους υπάρχει πάντα ένα τζάμι και ένα τηλέφωνο. Και πολλά αναπάντητα ερωτήματα. Η συνέντευξη που ακολουθεί έγινε την περασμένη εβδομάδα μέσω γραπτών ερωτήσεων, με τη βοήθεια του συνηγόρου του Μουρτικνέλι, Νίκου Καραδήμα, και είναι η πρώτη που δίνει ο δράστης από την ημέρα της προφυλάκισής του.
Τώρα που είχες την ευκαιρία να το σκεφτείς, λες πως θα μπορούσες να είχες αποφύγει το φονικό ή ό,τι έγινε ήταν μονόδρομος;
Είχε θολώσει το μυαλό μου. Δυστυχώς δεν ήμουν σε θέση να καταλάβω, να αντιληφθώ τι έκανα...
Λέγεται ότι γνώριζες τον Νίκο Σεργιανόπουλο πολύ πριν από το συμβάν. Είναι αλήθεια;
Όχι, και είμαι κάθετος σε αυτό που σου λέω. Πρώτη φορά τον είδα το ξημέρωμα εκείνο.
Πώς είναι οι σχέσεις σου με τα πεθερικά σου; Πολλοί ισχυρίζονται πως είχες συνεργούς σε αυτήν τη δολοφονία.
Δεν είχα κανένα συνεργό. Στις δύσκολες αυτές στιγμές και ώρες μού συμπαραστέκονται ηθικά και ψυχολογικά η γυναίκα μου, τα παιδιά μου και η πεθερά μου.
Έχεις δει ποτέ εφιάλτη με το έγκλημα;
Έχω δει κατά καιρούς εφιάλτες. Δεν μπορώ όμως να προσδιορίσω αν είναι το συγκεκριμένο συμβάν αυτό που βλέπω στον ύπνο μου. Συνήθως όταν ξυπνάω δεν θυμάμαι πράγματα. Μέσα στη νύχτα όμως ξυπνάω τρομαγμένος. Βλέπω σκιές και πρόσωπα να με κυνηγούν...
Πώς εξηγείς την αγριότητα του εγκλήματος; Όταν συνειδητοποίησες τι έκανες, σε τρόμαξε ο εαυτός σου;
....................................................... (δεν απαντά)
Ο Γεωργιανός ισχυρίζεται πως ο ηθοποιός τού έκανε σεξουαλική πρόταση. Εκείνος αρνήθηκε... «Προσπάθησα να του μιλήσω, γιατί ήμουν ζαλισμένος και έψαχνα να βρω ευκαιρία να ξεφύγω από αυτή την κατάσταση. Εκείνη τη στιγμή με πιάνει από τον ώμο και μου βάζει το μαχαίρι στο λαιμό. Μου λέει "σήκω". Καθώς σηκωνόμουν, τον αιφνιδίασα. Του σπρώχνω τα χέρια από πάνω μου και με μια λαβή τον πετάω κάτω. Σε αυτό το σημείο θέλω να σας πω ότι ήμουν παλαιστής στη Γεωργία. Ενώ λοιπόν ο Σεργιανόπουλος ήταν στο πάτωμα, έπεσα από πάνω του, κυλιστήκαμε στα πατώματα, του πήρα το μαχαίρι. Όπως ήμουν πεσμένος, με την πλάτη στο πάτωμα, ο Σεργιανόπουλος ήταν από πάνω μου με την πλάτη του σε μένα, η πλάτη του δηλαδή ακουμπούσε στο στήθος μου. Όπως ήμασταν έτσι, με το αριστερό μου χέρι κρατούσα το μαχαίρι, με το οποίο του έκοψα το λαιμό από τη μία άκρη μέχρι την άλλη».
Σου έχει περάσει ποτέ από το μυαλό να μιλήσεις, να προσεγγίσεις τους συγγενείς του Νίκου Σεργιανόπουλου; Αν τους συναντούσες, τι θα τους έλεγες;
Το μόνο που θα είχα το κουράγιο να τους πω είναι ότι ζητάω συγνώμη. Ταπεινά ζητάω συγνώμη. Μακάρι κάποια στιγμή να με συγχωρέσουν.
Επιχείρησες να τους προσεγγίσεις μέσω κάποιου τρίτου προσώπου;
Όχι ακόμη, τίποτα τέτοιο. Είναι αλήθεια πως δεν το έχω κάνει... μέχρι στιγμής.
Αν γυρνούσες το χρόνο πίσω, τι θα άλλαζες;
Αυτό που θα άλλαζα σίγουρα θα ήταν να μη χρειαζόταν λόγω των πολύ μεγάλων οικονομικών δυσκολιών να φύγω μακριά από την οικογένειά μου και την πατρίδα μου. Όμως οι καταστάσεις με οδήγησαν εδώ... Πονάω πολύ γι' αυτό που συνέβη.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ AΠΟΛΟΓΙΑ «Μετά, όπως τον είχα με την πλάτη του σε μένα, άρχισα να τον μαχαιρώνω στην κοιλιά, όπου έβρισκα. Δεν θυμάμαι όμως να σας πω αν πρώτα του έκοψα το λαιμό και μετά τον μαχαίρωσα στην κοιλιά ή το αντίστροφο. Δεν θυμάμαι πόσες φορές τον μαχαίρωσα - κατάλαβα ότι ήταν πλέον νεκρός. Τον έσπρωξα από πάνω μου για να μπορέσω να σηκωθώ. Σηκώθηκα και, αφού τον άφησα, ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα ανάσκελα. Σκούπισα τα χέρια μου από το αίμα με ένα άσπρο πανί και στη συνέχεια πήγα στο μπάνιο να πλυθώ. Μπήκα μέσα στην μπανιέρα, έριξα λίγο νερό πάνω μου για να φύγουν τα αίματα. Βγήκα από την μπανιέρα και φόρεσα κατευθείαν τα ρούχα μου, που τα είχα αφήσει στο δωμάτιο που είχε γίνει πριν από λίγο το κακό. (...) Μόλις ντύθηκα, πήρα το μαχαίρι και το έπλυνα στην κουζίνα. Το έπλυνα και το έβαλα σε ένα συρτάρι στην κουζίνα, που είχε και άλλα μαχαίρια, κουτάλια, πιρούνια. Μετά πήγα σε όλα τα δωμάτια και τα έκανα άνω-κάτω, για να νομίσουν ότι κάποιος κλέφτης μπήκε στο σπίτι και σκότωσε τον Σεργιανόπουλο. Από το σπίτι αποφάσισα να πάρω δύο laptop που βρήκα πάνω σε ένα γραφείο και τα έβαλα σε μία θήκη για laptop μαύρου χρώματος. Επίσης πήρα και το κινητό του Σεργιανόπουλου. Πήγα στην πόρτα και διαπίστωσα ότι ήταν κλειδωμένη. Σκέφτηκα να τη σπάσω για να φύγω. Πήρα ένα εργαλείο από το τζάκι και άρχισα να τη χτυπάω. Διαπίστωσα όμως ότι, ενώ εξωτερικά ήταν ξύλινη, μέσα ήταν σιδερένια. Κατάλαβα ότι έτσι δεν θα μπορούσα να φύγω. ¶ρχισα να ψάχνω το σπίτι, μήπως βρω το κλειδί της πόρτας. Βρήκα ένα κλειδί πάνω στο γραφείο που ήταν τα laptop. Δοκίμασα μήπως αυτό άνοιγε την πόρτα. Το έβαλα στην κλειδαρότρυπα, αλλά δεν έκανε και έσπασε μέσα στην κλειδαριά. Επειδή εξείχε λίγο, το τράβηξα με τα δάχτυλά μου, το έβγαλα και το πέταξα. Ψάχνοντας βρήκα στο συρτάρι του κομοδίνου ένα ακόμα κλειδί. Το δοκίμασα και ήταν αυτό που άνοιξε την πόρτα. Έφυγα γρήγορα από το διαμέρισμα παίρνοντας μαζί μου, εκτός από τα laptop και το κινητό, εκατό ευρώ που βρήκα στο πορτοφόλι του Σεργιανόπουλου και το κλειδί του αυτοκινήτου, που ήταν πάνω στο τραπεζάκι. Επίσης πήρα μαζί μου και το κλειδί που είχε ανοίξει την πόρτα του διαμερίσματος. Βγήκα από την πολυκατοικία, περπάτησα λίγο και σε έναν κάδο πέταξα το κλειδί του διαμερίσματος και του αυτοκινήτου. Στη συνέχεια μπήκα σε ένα ταξί που με έφερε στο σπίτι μου, στην πλατεία Βικτωρίας».
Όταν μεγαλώσουν τα παιδιά σου, τι θα τους πεις; Πώς θα τους εξηγήσεις αυτό που έκανες;
........................................................... (δεν απαντά)
Τελικά, αν ξαναζούσες εκείνη τη μοιραία βραδιά, τι θα έκανες; Τι θα άλλαζες;
Επαναλαμβάνω, το μόνο που θα άλλαζα είναι να μην έρθω εδώ. Να μην ένιωθα την ανάγκη να έρθω για οικονομικούς λόγους εδώ...
Περισσότερα στο Down Town που κυκλοφορεί.