02.01.2009 |

Μια μέρα, μια γυναίκα στο δρόμο πιάνει το κοριτσάκι. Είναι υιοθετημένο
και αυτή είναι η μάνα του, η κανονική. Να έρθει στο σπίτι, στην ίδια γειτονιά
είναι, να παίξει με τα αδέλφια του. Η Κική κλαίει. Υιοθετημένο; Η μάνα η
κανονική είχε δώσει αυτήν και έναν αδελφό της για υιοθεσία, για να περάσουν
καλύτερα, λέει. Πήγε το παιδί και έπαιξε με τα αδέλφια του και μετά έκλαιγε και
δεν ήξερε ποια ήταν η οικογένειά του. Και αρχίζει ο πόλεμος. Η μανούλα -η θετή-
στέλνει το παιδί στη Σάμο, απ' όπου και η καταγωγή του, να μείνει να γλιτώσει
τις βόμβες και την πείνα. Κι εκεί το περιμένει μια θεία που το βάζει να περάσει
όσα ο Ντίκενς δεν είχε φανταστεί πως θα συμβαίνουν και εκτός βικτοριανής
Αγγλίας. Το δένει, συχνά, σε ένα δέντρο (ακακία θυμάται η Καίτη Γκρέυ πως
ήταν), το βαράει με το καλάμι που έσπρωχνε τις κότες, το βρίζει, το αφήνει
νηστικό, το φοβερίζει. Ως και σε έναν Ιταλό κατακτητή το τάζει.
Ένας άλλος Ιταλός το σώζει από τα χέρια της θείας, πριν το σκοτώσει στο ξύλο. Και είναι ο ίδιος Ιταλός, ο Στέφανο, που θα το βάλει σε μια βάρκα και θα το περάσει στην Τουρκία, μαζί με μια οικογένεια Ελλήνων, για να σωθούν από το βομβαρδισμό της Σάμου. Νύχτα, σαν σκιά, σαν όνειρο κακό, ένας Τούρκος πάει να αρπάξει το παιδί και αυτό ουρλιάζει. Και μετά Παλαιστίνη. Μια κυρία Θεανώ, ένας καλός Αιγύπτιος αξιωματικός και το μικρό κορίτσι επιβιώνει. Το 1945, και πάλι από καλοσύνη των ξένων, αυτή η ανήλικη κοπελίτσα με τα σοβαρά μάτια γυρίζει στον Πειραιά. Ψάχνει να βρει τη θετή και την πραγματική της μάνα. Οι γειτόνισσες την πάνε στη θετή, που λιποθυμάει από χαρά μόλις τη βλέπει, αφού την είχε για νεκρή. Η Κική μαθαίνει μοδίστρα, η μάνα δουλεύει νύχτα μέρα για ένα κομμάτι ψωμί. Ένα Νίκος Ηλιάδης, γείτονας, ζητάει να παντρευτεί τη νεαρή έφηβη. Αυτή δεν τον θέλει, γιατί αγαπάει -παιδικά, πλατωνικά πάντα- έναν Αριστείδη. Την παντρεύουν. Δέκα μέρες δεν άφηνε τον Ηλιάδη να ακουμπήσει χέρι πάνω της. Στο τέλος, με υπνωτικά χάπια, του επέτρεψε να ολοκληρωθεί η πράξη του γάμου, με όλη τη γειτονιά να ακούει τις κραυγές της όπως ξυπνούσε απ' το λήθαργο των υπνωτικών.
Στα 16 της, με ένα παιδί έντεκα μηνών, χωρισμένη, δεν έχει τόπο να σταθεί. Της παίρνουν το παιδί της. Πέφτει στα πόδια της κανονικής της μάνας για βοήθεια, να πάρει πίσω το μωρό, να έχει ένα σπίτι για τους δικαστές. «Και μου είπε "Εγώ θα παντρευτώ και θα φτιάξω τη ζωή μου, εσύ να πας να φτιάξεις τη δική σου". Από δω και πέρα ήταν για μένα ο Γολγοθάς...». Ως και ένα κρεβάτι που της είχε κάνει δώρο η μάνα της όταν παντρεύτηκε, της το πήρε πίσω γιατί το ήθελε η ίδια, για το δικό της γάμο! «Πληγώθηκα. Πληγώθηκα πάρα πολύ» θυμάται εκείνο το κορίτσι, πριν γίνει Καίτη Γκρέυ. Υφαντουργεία, ελιές, εργοστάσια, σκληρές δουλειές. Και επιβίωση σε υπόγεια, υγρά, ποτισμένα τσιμέντα από υγρασία και μούχλα. Η Κική επιβιώνει. Μια θεία. Η Κική βρίσκει καταφύγιο σ' αυτήν. Ένας αγαπητικός της θείας. Ένας βιασμός. Η Κική μένει έγκυος. Η θεία τη διώχνει απ' το σπίτι. Η θετή της μάνα τη στέλνει στο Βόλο σε μια συγγενή της. Και πάλι η καλοσύνη των ξένων την παρηγορεί.
Μετά τη δουλειά ως οικιακή βοηθός, η Κικίτσα δουλεύει σε ζαχαροπλαστείο. Κάπου εκεί η ζωή δρομολογεί την τροχιά του αστεριού της. Ένα άλλο καφενείο, όπου η Κικίτσα τρώει πάστα. Κάποιο ζευγάρι χορευτών που τους αρέσει η μικρή και της ζητά να πάει σε μια τουρνέ. Μετά η άδεια επαγγέλματος.
Μετά η ανακάλυψη της δικής της φωνής, τυχαία, και η εμμονή της να τραγουδάει ελαφρά και ξένα κομμάτια, ενώ όλοι της φώναζαν πως τέτοια λαϊκή φωνή δεν έχει ξαναϋπάρξει. Ύστερα περιοδεία στα μπουλούκια σαν θεατρίνα και πείνα και επιστροφή στην Αθήνα. Και ο πρώτος δίσκος, η πρώτη επιτυχία στα ραδιόφωνα, κι άλλη, κι άλλη και σουξέ. Ήταν, λέει, η τραγουδίστρια που ξόδευε το λιγότερο κερί εγγραφής όπου χαράζονταν οι δίσκοι στα στούντιο της Κολούμπια και έβγαζε τα τραγούδια μια και έξω. Της είχαν αδυναμία όλοι. Τη βάφτισαν πια Καίτη Γκρέυ, αλλά όλοι τη φώναζαν «Κική». Ανακάλυπτε καλλιτέχνες, πίστευε στα νέα παιδιά, υποστήριζε κομμάτια που της άρεσαν. Έτσι έγινε και με το «Βουνό». Η εταιρία δεν το πίστευε. Και Τσιτσάνης και Βαμβακάρης και Παπαϊωάννου και η λαϊκή ψυχή να φλέγεται στο άκουσμα της αντρικής, όλο ευαισθησία, γυναικείας όμως φωνής της. Ο μεγάλος έρωτας με τον Καζαντζίδη. Χωρισμοί, επανενώσεις, προσφορά από την Καίτη Γκρέυ. Τα αηδόνια σμίγουν πάλι. Τίτλος που πέρασε στην ιστορία. Η Καίτη στις φυλακές, η Καίτη στο στρατό, η Καίτη να του στέλνει χαρτζιλίκι, η Καίτη να σταματήσει τη μάνα του απ' το να ξενοπλένει. Η μάνα του δεν την ήθελε. Μια ιστορία πάθους, σχεδόν ροκ, ενός έρωτα έξω από μέτρα ανθρώπινα και λογική. Η Μαρινέλλα και η εκτίμηση της μιας για την άλλη. Ένας έρωτας μεγάλος με τον Κώστα Καρρά. Ένας άλλος με τον Νίκο Λαιμό. Ένας μικρότερος με τον Ανδρέα Μπάρκουλη. Και ο Καζανζίδης πάντα μπροστά στο δρόμο της, μέχρι το τέλος. Η Καίτη Γκρέυ, όμως, βάζει, πια, φωτιά σε αντρικούς πόθους. Οι ερωτικές της ιστορίες έχουν αρχή, μέση και τέλος, σαν ταινία αμερικανική. Α! Επειδή είπα Αμερική, εκεί θα κάνει άλλον ένα γάμο και θα μείνει χήρα. Και πάλι ο Καζαντζίδης και πάντα ο Καζαντζίδης σαν κάρμα από προηγούμενες ζωές που πρέπει να λογαριαστεί και να αγιαστεί για να ξορκιστεί. Όμως είναι όμορφη, είναι ταλαντούχα και είναι αυτό που η ίδια έγινε: Καίτη Γκρέυ.
Περισσότερα στο Down Town που κυκλοφορεί.