Καίτη Γκρέυ

Η αληθινή ασπρόμαυρη ελληνική ταινία της

Γκρέυ

Μια μέρα, μια γυναίκα στο δρόμο πιάνει το κοριτσάκι. Είναι υιοθε­τημένο και αυτή είναι η μάνα του, η κανονική. Να έρθει στο σπίτι, στην ίδια γειτονιά είναι, να παίξει με τα αδέλφια του. Η Κική κλαίει. Υιοθε­τημένο; Η μάνα η κανονική είχε δώσει αυτήν και έναν αδελφό της για υιοθεσία, για να περάσουν καλύτερα, λέει. Πήγε το παιδί και έπαιξε με τα αδέλφια του και μετά έκλαιγε και δεν ήξερε ποια ήταν η οικογένειά του. Και αρχίζει ο πόλεμος. Η μανούλα -η θετή- στέλνει το παιδί στη Σάμο, απ' όπου και η καταγωγή του, να μείνει να γλιτώσει τις βόμβες και την πείνα. Κι εκεί το περιμένει μια θεία που το βάζει να περάσει όσα ο Ντίκενς δεν είχε φανταστεί πως θα συμβαί­νουν και εκτός βικτοριανής Αγγλίας. Το δένει, συχνά, σε ένα δέντρο (ακακία θυμάται η Καίτη Γκρέυ πως ήταν), το βαράει με το καλάμι που έσπρωχνε τις κότες, το βρίζει, το αφήνει νηστι­κό, το φοβερίζει. Ως και σε έναν Ιταλό κατακτητή το τάζει.

 

Ένας άλλος Ιταλός το σώζει από τα χέρια της θείας, πριν το σκοτώσει στο ξύλο. Και είναι ο ίδιος Ιταλός, ο Στέφανο, που θα το βάλει σε μια βάρκα και θα το περάσει στην Τουρκία, μαζί με μια οικογένεια Ελλήνων, για να σωθούν από το βομ­βαρδισμό της Σάμου. Νύχτα, σαν σκιά, σαν όνειρο κακό, ένας Τούρκος πάει να αρπάξει το παιδί και αυτό ουρλιάζει. Και μετά Παλαιστίνη. Μια κυρία Θεανώ, ένας καλός Αιγύπτιος αξιωματικός και το μικρό κο­ρίτσι επιβιώνει. Το 1945, και πάλι από καλοσύνη των ξένων, αυτή η ανήλικη κοπελίτσα με τα σοβαρά μάτια γυρίζει στον Πειραιά. Ψάχνει να βρει τη θετή και την πραγματική της μάνα. Οι γειτόνισσες την πάνε στη θετή, που λιποθυμάει από χαρά μόλις τη βλέπει, αφού την είχε για νεκρή. Η Κική μαθαίνει μοδίστρα, η μάνα δουλεύει νύχτα μέρα για ένα κομμάτι ψωμί. Ένα Νίκος Ηλιάδης, γείτονας, ζητάει να πα­ντρευτεί τη νεαρή έφηβη. Αυτή δεν τον θέλει, γιατί αγαπάει -παιδικά, πλατωνικά πάντα- έναν Αριστείδη. Την παντρεύουν. Δέκα μέρες δεν άφηνε τον Ηλιάδη να ακουμπήσει χέρι πάνω της. Στο τέλος, με υπνω­τικά χάπια, του επέτρεψε να ολοκληρωθεί η πράξη του γάμου, με όλη τη γειτονιά να ακούει τις κραυγές της όπως ξυπνούσε απ' το λήθαργο των υπνωτικών.

 

Στα 16 της, με ένα παιδί έντεκα μηνών, χωρισμένη, δεν έχει τόπο να σταθεί. Της παίρνουν το παιδί της. Πέφτει στα πόδια της κανονικής της μάνας για βοήθεια, να πάρει πίσω το μωρό, να έχει ένα σπίτι για τους δικαστές. «Και μου είπε "Εγώ θα παντρευτώ και θα φτιάξω τη ζωή μου, εσύ να πας να φτιάξεις τη δική σου". Από δω και πέρα ήταν για μένα ο Γολγοθάς...». Ως και ένα κρεβάτι που της είχε κάνει δώρο η μάνα της όταν παντρεύτηκε, της το πήρε πίσω γιατί το ήθελε η ίδια, για το δικό της γάμο! «Πληγώθηκα. Πληγώθηκα πάρα πολύ» θυμάται εκεί­νο το κορίτσι, πριν γίνει Καίτη Γκρέυ. Υφαντουργεία, ελιές, εργοστά­σια, σκληρές δουλειές. Και επιβίωση σε υπόγεια, υγρά, ποτισμένα τσι­μέντα από υγρασία και μούχλα. Η Κική επιβιώνει. Μια θεία. Η Κική βρίσκει καταφύγιο σ' αυτήν. Ένας αγαπητικός της θείας. Ένας βιασμός. Η Κική μένει έγκυος. Η θεία τη διώχνει απ' το σπίτι. Η θετή της μάνα τη στέλνει στο Βόλο σε μια συγγενή της. Και πάλι η καλοσύνη των ξέ­νων την παρηγορεί.  

 

Μετά τη δουλειά ως οικιακή βοηθός, η Κικίτσα δουλεύει σε ζαχαροπλαστείο. Κάπου εκεί η ζωή δρομολογεί την τροχιά του αστε­ριού της. Ένα άλλο καφενείο, όπου η Κικίτσα τρώει πάστα. Κάποιο ζευγάρι χορευτών που τους αρέσει η μικρή και της ζητά να πάει σε μια τουρνέ. Μετά η άδεια επαγγέλματος.

 

Μετά η ανακάλυψη της δικής της φωνής, τυχαία, και η εμμονή της να τραγουδάει ελαφρά και ξένα κομμάτια, ενώ όλοι της φώναζαν πως τέτοια λαϊκή φωνή δεν έχει ξαναϋπάρξει. Ύστερα περιοδεία στα μπουλούκια σαν θεατρίνα και πείνα και επιστροφή στην Αθήνα. Και ο πρώτος δίσκος, η πρώτη επιτυχία στα ραδιόφωνα, κι άλλη, κι άλλη και σουξέ. Ήταν, λέει, η τραγουδίστρια που ξόδευε το λιγότερο κερί εγγραφής όπου χα­ράζονταν οι δίσκοι στα στούντιο της Κολού­μπια και έβγαζε τα τραγούδια μια και έξω. Της είχαν αδυναμία όλοι. Τη βάφτισαν πια Καί­τη Γκρέυ, αλλά όλοι τη φώναζαν «Κική». Ανα­κάλυπτε καλλιτέχνες, πίστευε στα νέα παιδιά, υποστήριζε κομμάτια που της άρεσαν. Έτσι έγι­νε και με το «Βουνό». Η εταιρία δεν το πίστευε. Και Τσιτσάνης και Βαμβακάρης και Παπαϊω­άννου και η λαϊκή ψυχή να φλέγεται στο άκου­σμα της αντρικής, όλο ευαισθησία, γυναικείας όμως φωνής της. Ο μεγάλος έρωτας με τον Κα­ζαντζίδη. Χωρισμοί, επανενώσεις, προσφορά από την Καίτη Γκρέυ. Τα αηδόνια σμίγουν πάλι. Τίτλος που πέρασε στην ιστορία. Η Καίτη στις φυλακές, η Καίτη στο στρατό, η Καίτη να του στέλνει χαρτζιλίκι, η Καίτη να σταματήσει τη μάνα του απ' το να ξενοπλένει. Η μάνα του δεν την ήθελε. Μια ιστορία πάθους, σχεδόν ροκ, ενός έρωτα έξω από μέτρα ανθρώπινα και λογι­κή. Η Μαρινέλλα και η εκτίμηση της μιας για την άλλη. Ένας έρωτας μεγάλος με τον Κώστα Καρρά. Ένας άλλος με τον Νίκο Λαιμό. Ένας μι­κρότερος με τον Ανδρέα Μπάρκουλη. Και ο Καζανζίδης πάντα μπρο­στά στο δρόμο της, μέχρι το τέλος. Η Καίτη Γκρέυ, όμως, βάζει, πια, φωτιά σε αντρικούς πόθους. Οι ερωτικές της ιστορίες έχουν αρχή, μέση και τέλος, σαν ταινία αμερικανική. Α! Επειδή είπα Αμερική, εκεί θα κάνει άλλον ένα γάμο και θα μείνει χήρα. Και πάλι ο Καζαντζί­δης και πάντα ο Καζαντζίδης σαν κάρμα από προηγούμενες ζωές που πρέπει να λογαριαστεί και να αγιαστεί για να ξορκιστεί. Όμως εί­ναι όμορφη, είναι ταλαντούχα και είναι αυτό που η ίδια έγινε: Καίτη Γκρέυ.

 

Περισσότερα στο Down Town που κυκλοφορεί. 

 

DTcover

 

  • Εμφανίσεις
  • Αξιολογήσεις