16.03.2011 |
Ακολούθησε μια «περίεργη» διαδρομή. Το 1987 έγινε αγρότης στα σύνορα του Λιβάνου, σε μπανανοφυτείες. Μετά οικοδόμος. Κατόπιν, με 100 δολάρια στην τσέπη, έφυγε για την Αμερική και
δούλεψε ως πωλητής σε μαγαζί με χαλιά, σε μια κακόφημη περιοχή όπου οι άλλοι πωλητές ήταν πρώην φυλακισμένοι και είχαν τα πιστόλια «πρόχειρα» στις πίσω τσέπες των παντελονιών τους. «Εκεί έμαθα να μη φοβάμαι το θάνατο. Έχω εκπαιδευτεί σ’ αυτόν. Κι είναι τόσα αυτά που μου έχουν συμβεί... Από το να βγαίνω από συντρίμμια ζωντανός και να επανέρχομαι, ενώ όλοι με θεωρούσαν κλινικά νεκρό έπειτα από ατύχημα με τη μηχανή μου, μέχρι το να σώζομαι πέφτοντας από τον πρώτο όροφο, που νιώθω απίστευτα τυχερός. Μόνο ο αργός θάνατος με τρομάζει» λέει.
Και πώς τα κατάφερε; Από πού άντλησε τη δύναμη; «Τη μάχη μου δεν την έδωσα μόνος μου. Προσευχήθηκα για βοήθεια στον Θεό, αλλά υπήρξαν και φίλοι που με στήριξαν και μου έδωσαν το χέρι στη δύσκολη στιγμή. Κανείς στον πλανήτη δεν τα καταφέρνει αν δεν ακουμπήσει κάπου το πρόβλημά του». Παλιότερα πήγαινε στο Άγιο Όρος, αλλά θυμώνει «για πράγματα που συμβαίνουν. Αμαρτωλοί κάτω απ’ τα ράσα! Είναι ντροπή» λέει.