Η ιστορία της εποχής εκείνης κυριαρχείται από δολοπλοκίες, προδοσίες, διαπλεκόμενα συμφέροντα, πλούσιους που ήθελαν να διατηρήσουν αυτά που είχαν -κι όλα αυτά στο στρατόπεδο των Ελληνων. Ήταν γνωστό, άλλωστε, ότι για το φτωχό λαό πιο συμπαθής ήταν ο Τούρκος πασάς, μακριά στην πόλη, παρά ο Έλληνας κοτζαμπάσης που του έκλεβε το βιος κάθε μέρα. Όλα αυτά τα θυμήθηκα πρόσφατα διαβάζοντας ένα καταπληκτικό βιβλίο, τη βιογραφία του Καραϊσκάκη από τον Δημήτρη Φωτιάδη. Θηρίο (900 σελίδες) αλλά εξαιρετικά καλογραμμένο, ξεσκεπάζει την πραγματική (και χαωτική) εικόνα της εποχής με έναν τρόπο που κανένα ωραιοποιημένο σχολικό βιβλίο δεν μπορεί. Να ένα απόσπασμα από ατάκες του καπετάνιου (μερικές πραγματικές, μερικές φανταστικές, σαν να λέει ο ίδιος τα ιστορικά γεγονότα), όπως τις έγραψα για το Esquire που κυκλοφορεί.
Κάπου στα 1780, ο φοβερός και τρομερός Δημήτρης Καραΐσκος, αρματολός του βάλτου, κονάκιασε στο μοναστήρι του Αη-Γιώργη, και γνώρισε μια μοναχή δυστυχισμένη και νέα, την έμπλεξε στα δίχτυα του και πλάγιασε μαζί της. Έμεινε έγκυος η μοναχή και, για να μη γεννήσει στο μοναστήρι, που ήταν αμαρτία, την πήγανε και γέννησε σε μια σπηλιά, σαν τις αρκούδες. Μετά, όταν ρωτούσαν «ποιανού είναι αυτό το μούλικο», η απάντηση που παίρνανε ήταν «ο γιος της καλογριάς». Αυτό ήταν το πρώτο μου όνομα.
Εμένανε, που λες, με είχε ο Αλή πασάς στα Γιάννενα, στη δούλεψή του, αλλά εγώ του έφυγα, και πήγα στα βουνά με τον Κατσαντώνη, και μαζί φάγαμε πολλούς Τούρκους. Όταν ο Κατσαντώνης πέθανε στα μπουντρούμια του Αλή Πασά, αφού πρώτα του είχαν τσακίσει το κορμί, προσπάθησα να συνεχίσω το έργο του, αλλά λίγο μετά, βλέποντας ότι δεν υπάρχει ελπίδα, πήγαμε όλοι στα Γιάννενα και τον προσκυνήσαμε. Ήταν πλέον 1815, κι εγώ ήμουν με τη θέλησή μου μπουλούκμπασης, που σημαίνει αρχηγός μικρής στρατιωτικής δύναμης, στην υπηρεσία του Αλή Πασά. Να μερικοί ακόμα πολέμαρχοι του Αλή Πασά εκείνο τον καιρό: Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Θανάσης ο Διάκος, ο Γρίβας, ο Πανουργιάς, ο Βαρνακιώτης και πολλοί άλλοι. Όπως καταλαβαίνεις, τα πράγματα δεν έγιναν ακριβώς όπως τα έμαθες εσύ στο σχολείο.
Η Επανάσταση, φυσικά, δεν ξεκίνησε την 25η Μαρτίου με τελετές και δοξολογίες. Ξεκίνησε στις 21 του Μάρτη, όταν οι Πατρινοί πήραν την πόλη και κλείσανε τους Τούρκους μες το κάστρο. Και μετά, στις 23, όταν ο Κολοκοτρώνης και ο Παπαφλέσσας μπήκανε στην Καλαμάτα. Το θέμα είχε λήξει, όταν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και οι άλλοι προύχοντες της Πελοποννήσου, που ήταν εξαρχής αντίθετοι με τον ξεσηκωμό, το πήραν απόφαση.
Το ’23 συζητάγαμε με το Στουρνάρα, αν θα κάνουμε ειρήνη με τους Τούρκους. Κι αυτός ήθελε να βάλουμε όρους στη συμφωνία, και πως αν τους πατούσαν οι Τούρκοι, η συμφωνία θα ακυρωνόταν. «Ωχ, αδερφέ Στουρνάρα», του είπα, «τα λες ωσάν να συζητάνε η Ρουσία με την Τουρκία! Κάνουμε τώρα ειρήνη, δε μας αρέσει μεθαύριο, τη χέζουμε κι εγώ κι εσύ κι όλοι μας!»
Δύο πράγματα με στενοχωρούσαν περισσότερο στην επανάσταση: Όταν οι πολιτικάντηδες ανακατεύονταν στα στρατιωτικά, και όταν οι αρματωμένοι πείραζαν τον αθώο λαό. Γιατί τι λευτεριά θα κάναμε, αν φερόμασταν χειρότερα απ’ τους Τούρκους;
Το βιβλίο "Καραϊσκάκης" του Δημήτρη Φωτιάδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος.


























