23.07.2010 |

Σε τρομάζει το νέο ασφαλιστικό; Διάβασε εδώ! Αγόρασε την εφημερίδα και διάβασε λεπτομερή κόλπα και αναλύσεις! Πώς να υπολογίσεις τα πλασματικά χρόνια! Εξαγορά με έκπτωση! Επιδότηση λόγω ασθένειας! Όλα τα παράθυρα για να σταματήσεις να δουλεύεις όσο το δυνατό νωρίτερα, και να σε πληρώνει το κράτος για πάντα!
Αν ζούσες σε ένα σύμπαν όπου όλη η πληροφορία πήγαζε μόνο από τα πρωτοσέλιδα εφημερίδων, αυτό θα ήταν το ντεσού των τελευταίων δύο εβδομάδων: Μετά την ψήφιση του νέου ασφαλιστικού, όλες έσπευσαν να υπογραμμίσουν τις αλλαγές, και το πώς αυτές θα επηρεάσουν το αναφαίρετο δικαίωμα του Έλληνα να βγαίνει στη σύνταξη όσο το δυνατό νωρίτερα.
Βέβαια, οι εφημερίδες έχουν πάψει να αποτελούν το βαρόμετρο της κοινωνίας εδώ και πολλά χρόνια. Πόσους ανθρώπους γνωρίζεις που αγοράζουν εφημερίδες για να μάθουν τα νέα, ας πούμε; Ακριβώς.
Ο τρόπος όμως με τον οποίο κάλυψαν το ασφαλιστικό νομοσχέδιο, δείχνει με έμμεσο αλλά σαφή τρόπο κάτι άλλο: Πώς βλέπει ο Έλληνας τη δουλειά. Τι είναι γι’ αυτόν η εργασία. Και το συμπέρασμα είναι προφανές: Για εμάς η εργασία είναι σαν την επίσκεψη στον οδοντίατρο: Αναπόφευκτη, αλλά κάτι που πρέπει να τελειώσει όσο το δυνατό γρηγορότερα. Ένα βάσανο. Αγγαρεία. Βάρος δυσβάσταχτο που πρέπει να το ξεφορτωθείς, για να μπορέσεις να συνεχίσεις την κανονική ζωή σου, ελεύθερος και εσαεί επιχορηγούμενος.
Ξεφυλλίζοντας τις εφημερίδες καταλαβαίνεις ότι οι αναγνώστες –πιθανότατα κι αυτοί που τα γράφουν- δεν βλέπουν ποτέ την εργασία ως μέσο έκφρασης της δημιουργικότητας, ή εκπλήρωσης φιλοδοξιών, ή υλοποίησης ονείρων. Το να δουλεύει κάποιος στα 70 ως ιδέα δεν τους φαντάζει ως όραμα υγείας, όρεξης και δημιουργίας: Τους ακούγεται σαν κόλαση. Τι σημασία έχει που ο μέσος σημερινός 60άρης είναι μια χαρά ακμαίος και υγιής, και η ιδέα να τον βγάλεις από την αγορά και την παραγωγή μοιάζει γελοία και σπάταλη; Τι σημασία έχει το ότι με τα σημερινά δεδομένα έχει εύκολα μπροστά του μια εικοσαετία σωματικής και ψυχικής υγείας; Τι πειράζει που γι’ αυτά τα είκοσι (και βάλε) χρόνια θα πρέπει να τον πληρώνουν οι ολοένα και λιγότεροι νεότεροι και εργαζόμενοι, εξασφαλίζοντας ότι οι ίδιοι ποτέ δεν θα βγουν στη σύνταξη;
Η δουλειά είναι σκλαβιά, ο Έλληνας είναι φτιαγμένος για να κάθεται, όχι για να δουλεύει, οπότε θα αγωνιστεί με νύχια και με δόντια για το δικαίωμά του να σταματήσει να δουλεύει αλλά να συνεχίσει να πληρώνεται το συντομότερο δυνατόν. Και μετά κλείνεις την εφημερίδα και βλέπεις τον Κλιντ Ίστγουντ να σκηνοθετεί ταινίες στα 80, τον Λάρι Κινγκ να παίρνει συνεντεύξεις στα 77, τον Μικ Τζάγκερ να χοροπηδάει σαν κατσίκι στη σκηνή κοντά στα 70. Ή ανοίγεις μια άλλη εφημερίδα, τους New York Times, που περιγράφει το φαινόμενο των υπερ-ενεργών 70άρηδων, που έχουν αρχίσει να νιώθουν ψυχολογική πίεση αν δεν μπορούν να είναι το ίδιο ενεργοί και δραστήριοι όσο όλο και περισσότεροι συνομήλικοί τους («Turn 70. Act Your Grandchild’s Age», 9 Ιουλίου). Αυτοί οι παππούδες, οι οποίοι για τα δεδομένα της δεκαετίας του 1980, ας πούμε, λογίζονται ως «σούπερ παππούδες» αλλά για τα δεδομένα του σήμερα λογίζονται ως απλά «παππούδες», δεν πολυγουστάρουν την ιδέα της σύνταξης. Η ίδια η λέξη τους ακούγεται άσχημα. Τους ενοχλεί. Τους προσβάλει. Δεν θέλουν να κάθονται και να τους πληρώνει το κράτος, λες και είναι γέροι και ανήμποροι. Αισθάνονται ντροπή. Θέλουν ό,τι κερδίζουν να το κερδίζουν μόνοι τους, είναι μέρος της απόλαυσης αυτό. Τους αρέσει η δουλειά, πάντα τους άρεσε, είτε γιατί ήταν δημιουργική και τους επέτρεπε να εκφραστούν, είτε γιατί τους παρείχε όσα χρειάζονταν για να χτίσουν μια ζωή ευτυχισμένη, μόνοι τους, με τα χέρια ή το μυαλό τους. Κι όσο μπορούν να δουλεύουν, θα δουλεύουν. Θα κάνουν τα κουμάντα τους, θα βάλουν ό,τι πρέπει να βάλουν στην άκρη για την κακή στιγμή, ή για τις μέρες τις πιο ύστερες, όταν πια μοιραία δεν θα μπορούν, αλλά όσο αντέχουν και μπορούν δεν θα δεχτούν ελεημοσύνη από κανένα κράτος.
Έχουμε εμείς τέτοιους παππούδες; Ξέρεις κανέναν; Εγώ ξέρω δυο-τρεις. Κανείς τους δεν διαβάζει εφημερίδες.