Αν υπάρχει ένα πράγμα στο οποίο έχουν δίκιο οι αριστεροί και αριστερίζοντες συνδικαλιστές και συνδικαλιζόμενοι στην περί κρίσης επιχειρηματολογία τους (κι αν υπάρχει, ένα θα είναι, δεν θα είναι περισσότερα), είναι το περιβόητο «λεφτά υπάρχουν». Αυτοί το χρησιμοποιούν ως μέρος της νηπιακής λογικής του «μην τα παίρνετε από τους μικρούς κλέφτες, πάρτε τα πρώτα απ' τους μεγάλους», αλλά η ουσία είναι: Λεφτά υπάρχουν. Κάμποσα δίνονται για εξοπλισμούς. Και πολλά, πάρα πολλά, είναι κλεμμένα από την ελληνική Εκκλησία.
Ένα από τα προβλήματα με την εκκλησιαστική περιουσία είναι ότι κανείς δεν ξέρει πόση ακριβώς είναι. Το σίγουρο είναι ένα: Είναι τεράστια. Περιλαμβάνει γη ανυπολόγιστης αξίας, 1,3 εκατομμύρια στρέμματα, νησιά, βραχονησίδες, και περίπου 800 κτίρια που νοικιάζονται σε γραφεία, καταστήματα, εμπορικά κέντρα, ξενοδοχεία και βενζινάδικα. Ακόμα περιλαμβάνει μετοχές και αμοιβαία κεφάλαια (η Εκκλησία είναι μεταξύ άλλων ο μεγαλύτερος ιδιώτης μέτοχος της Εθνικής τράπεζας, με Μητροπολίτη μέλος του ΔΣ κι απ' όλα), ενώ κάνει μπίζνες στους τομείς του τουρισμού (εκκλησιαστικού και μη) και του real estate, παίρνει επιδοτήσεις με τις μυστήριες μη κερδοσκοπικές οργανώσεις της και δεν έχει κι έξοδα: Οι υπάλληλοί της, οι παπάδες δηλαδή, πληρώνονται από το ελληνικό κράτος, από εσένα και μένα. 200 εκατομμύρια το χρόνο. Ντάγκα ντάγκα.
Η αχανής αυτή περιουσία, παρεμπιπτόντως, συγκεντρώθηκε από λαμογιές αιώνων, κυρίως κατά την Τουρκοκρατία, με χαρτιά μυστήριας προέλευσης και αμφιβόλου νομιμότητας, και βέβαια και από κληρονομιές ξεμωραμένων γριών. Το θέμα είναι: Γιατί δεν την παίρνει το κράτος, που του ανήκει; Η απάντηση είναι ότι την έχει πάρει, το 1987, με το νόμο Τρίτση. Όχι ολόκληρη, μόνο τις εκτάσεις των μονών πέραν των 200 μέτρων από τα όριά τους, αλλά τις πήρε. Σχεδόν. Γιατί με το που ψηφίστηκε ο νόμος, ο Ανδρέας Παπανδρέου έσπευσε να τον καταστήσει ανενεργό εσαεί. Ανέκαθεν, βλέπεις, η Εκκλησία, μια μορφή επιβολής εξουσίας, τα είχε τάτσι μήτσι κώτσι με κάθε άλλη μορφή εξουσίας, από κοντά κι αγαπημένοι ένα πράγμα. Επί Τουρκοκρατίας την αβγάτισε την περιουσία της άλλωστε, μην ξεχνιόμαστε.
Η αφορμή για όλα αυτά τα ιστορικά και θυμωμένα, βέβαια, είναι το ξεκαρδιστικό κείμενο που θα διαβαστεί την Κυριακή στις εκκλησίες στο κοινό που πάει τις Κυριακές στις εκκλησίες περί επέμβασης του καλού θεούλη για να ξεπεραστεί η κρίση. Το κείμενο έχει λοιδoρηθεί ήδη αρκετά στο Ίντερνετ από ανθρώπους που δεν πάνε Κυριακές στις εκκλησίες, αλλά αυτό δεν έχει και πολλή σημασία γιατί αυτοί που πάνε τις Κυριακές στις εκκλησίες δεν έχουν Ίντερνετ. Μόνοι μας τα λέμε, μόνοι μας τα ακούμε.
Κι αυτό που λέω, κι όποιος μ' ακούσει μ' άκουσε, είναι πως δεν θέλουμε φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Θέλουμε δήμευση. Ο ίδιος ο όρος «εκκλησιαστική περιουσία» είναι οξύμωρος, πρέπει να πάψει να υπάρχει.
Η δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας, βέβαια, όσο μεγάλη κι αν είναι αυτή (15 δις ευρώ; Μεγαλύτερη;) δεν θα λύσει τα προβλήματα της Ελλάδας. Δεν θα πουλήσουμε τα χωράφια, τα νησιά, τις πολυκατοικίες και τις μετοχές με το που θα τις πάρουμε από τους παπάδες. Ούτως ή άλλως, το ξεσκαρτάρισμα που πρέπει να γίνει στα δημοσιονομικά της χώρας είναι απαραίτητο, δεν το γλιτώνουμε. Αλλά κι αυτή είναι περιουσία. Είναι λεφτά. Διορθώνοντας μια κραυγαλέα αδικία αιώνων το κράτος μπορεί να δώσει το σωστό μήνυμα: ότι αρχίζει να παίρνει πίσω τα λεφτά απ' τους κλέφτες. Όχι μόνο τους μικρούς.


























