02.12.2009 |

Παρακολουθούμε τους celebrities, αλλά στην πραγματικότητα αυτό που κοιτάμε είναι στιγμιότυπα της δημόσιας ζωής τους. Πρέπει να σχηματίσουμε γνώμη από αυτά. Μπορεί να μην είναι σφαιρική ή αντικειμενική, αλλά είναι αρκετή. Αυτά βλέπουμε, από αυτά βγάζουμε συμπέρασμα. Και τι βλέπουμε συνήθως; Σε ποιες περιπτώσεις βλέπουμε τους celebrities εκτός σκηνής/οθόνης, σε άμεση επαφή με εμάς τους υπόλοιπους, τους θνητούς; Όταν έρχονται σε επαφή με κάποιους από εμάς, τους σερβιτόρους, τους ρεσεψιονίστ, τους σοφέρ. Και τους παπαράτσι.
Οι άνθρωποι αυτοί είναι το εργαλείο επαφής του κοινού με τους σταρ, και οι σταρ μοιραία χαρακτηρίζονται απ' τον τρόπο που φέρονται στα εργαλεία. Όπως ο χαρακτήρας ενός λαού φαίνεται από το πώς φέρεται στα σκυλιά και τους γέρους, ας πούμε. Με άλλα λόγια, ο Σον Πεν δεν απέκτησε τη φήμη του κακού παιδιού επειδή ξυλοφόρτωνε τη Μαντόνα (από αυτό απέκτησε τη φήμη του μαλάκα), αλλά επειδή ξυλοφόρτωνε τους παπαράτσι, και το 1986 παραλίγο να σκοτώσει έναν, τον κρέμασε από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου στην Κίνα (το δωμάτιό του ήταν στον 9ο όροφο). Ο Ράσελ Κρόου μπορεί στην προσωπική του ζωή να είναι ένας γλύκας, να διαβάζει παραμύθια στα ορφανά και να κυνηγάει πεταλούδες στα λιβάδια, αλλά εμείς θυμόμαστε που το 2005 πέταξε ένα τηλέφωνο στη μάπα του ρεσεψιονίστ του Mercer, οπότε τον έχουμε καταχωρήσει κι αυτόν ως άγριο μαδαφάκα. Ο Γούντι Χάρελσον, ε ο Γούντι Χάρελσον είναι μουρλός, ανεξέλεγκτος και το 2006 άρπαξε μέσα στη μέση του δρόμου έναν παπαράτσι, του 'σπασε την κάμερα, και άρχισε να του σφίγγει το λαιμό με τα δυο του χέρια.
Είναι ο καλύτερος τρόπος να αποκτήσεις το προφίλ του κακού παιδιού: Πέτα ένα παπούτσι, μια πέτρα, μια γροθιά, κάτι σΆ έναν παπαράτσι. Ζμπρώξε την κάμερα που σου χώνουν τη μούρη. Ρίξε και μια χριστοπαναγία αν χρειαστεί (το 'χει κάνει και το «κακό παιδί» της κυβέρνησης, ο Πάγκαλος). Δείχνεις επικίνδυνος έτσι, δεν μασάς, έχεις κοντό φιτίλι, τρώγεσαι για καβγά, ψάχνεσαι. Ακόμα και ο Αρναούτογλου, που λέει ο λόγος, αν τα έβαζε με τους παπαράτσι, θα φαινόταν «κακός». Ή εστω κακούλης, μην τα παραλέμε.
Ας δούμε τώρα τους Έλληνες σελέμπριτις και το πώς αντιμετωπίζουν τη φήμη και τη δόξα. Είναι μια πονεμένη ιστορία. Επειδή οι περισσότεροι συγχέουν τη δημόσια εικόνα τους με αυτό που είναι πραγματικά στο σπίτι τους με τη μαμά τους και τα παιδιά τους, ντρέπονται να κάνουν οτιδήποτε τολμηρό, και διστάζουν να τσαλακώσουν με οποιοδήποτε τρόπο τη δημόσια εικόνα τους. Κι ας τους έκανε κάτι τέτοιο καλό επαγγελματικά. Είναι σχεδόν σίγουρο, για παράδειγμα, ότι αν κάποιος τα βάλει με τους παπαράτσι θα αποκτήσει αυτόματα το προφίλ του ατίθασου, του ανεξέλεγκτου. Του μαδαφάκα. Θα αποκτήσει άλλον αέρα. Αύρα. Αλλά δεν το κάνουν, για τους ίδιους λόγους που δεν θέλουν να κάνουν μια πλάκα σε μια φωτογράφιση, ή να πουν κάτι πέρα από τις κλισαδούρες σε μια συνέντευξη. Παρόλο που συχνά μπορεί να θέλουν. Ο Γκλέτσος, ας πούμε, πώς είναι δυνατό να μην έχει στο παλμαρέ του ένα μπουνίδι σε φωτογράφο; Ο Κώστας ο Σόμμερ γιατί δεν έχει τραβήξει καμιά σφαλιάρα σε σερβιτόρο που τον βγάζει φωτογραφία με το κινητό καθώς του φέρνει τα μακαρόνια; Ακόμα και το Μιχάλη Σηφάκη, τον τερματοφύλακα του ¶ρη, τον θυμάμαι σε πρόσφατο αγώνα στη Θεσσαλονίκη να στέκει αταλάντευτος, καθώς ο σεληνιασμένος φίλαθλος τον βρίζει από απόσταση πολύ μικρότερη από το εθιμικό σύνορο προσέγγισης δυο ετεροφυλόφιλων ανδρών. Όλοι λένε ότι καλά έκανε κι έμεινε ψύχραιμος και δεν κατέβασε στο πυροβολημένο ούφο ένα μπουνίδι, του δώσαν και βραβείο, και μάλλον, βλέποντας ψύχραιμα και πολιτισμένα, έχουν δίκιο. Φαντάσου όμως στη θέση του το Μπρους Γκρόμπελαρ, το θρυλικό τερματοφύλακα της Λίβερπουλ. Ακόμα σε κώμα θα ήταν το ούφο. Και σε πενήντα χρόνια κανείς δεν θα θυμάται το Σηφάκη μάλλον — αλλά όλοι θα θυμούνται τον Γκρόμπελαρ.
Αυτό που θέλω να πω είναι πως έχει έρθει η ώρα οι Έλληνες σελέμπριτι να αρχίζουν να τολμάνε να τσαλακώσουν το δημόσιο προφίλ τους. Να καταλάβουν ότι αυτό θα τους κάνει καλό. Ότι το προσεκτικό τσαλάκωμα μπορεί να τους κάνει πολύ πιο γνωστούς, ότι κάθε φορά που γράφεται το όνομά τους καλό τους κάνει, ακόμα κι αν δεν αναφέρεται για αυτό που λέμε «καλό». Και ότι το να καταγραφούν στην ιστορία ως «μαδαφάκες» δεν είναι καθόλου κακό: Δες τον Τζακ Νίκολσον, ας πούμε. Μια χαρά τα κατάφερε.
Ακόμα και στις λίγες φορές που βλέπουμε τέτοιου τύπου αυθόρμητες συμπεριφορές εδώ στα δικά μας μοιάζει να είναι αθέλητες και αδέξιες. Λίγες μέρες πριν, ας πούμε, ο νεαρός ηθοποιός Ορέστης Τζιόβας και η πολύ διασημότερη επίσης ηθοποιός κοπέλα του Κατερίνα Παπουτσάκη πέταξαν αβγά στο φωτογράφο που είχε στηθεί έξω από την πολυκατοικία όπου βρίσκονταν. Και αντιλαμβάνεσαι ότι δεν το έκαναν από κωλοπαιδισμό ή σταριλίκι — το έκαναν επειδή τους ενοχλούσε η ύπαρξη του φωτογράφου, οπότε τι έχουμε εύκαιρο, πάρε αυτό το βάζο, όχι το βάζο είναι δώρο της θείας Πηνελόπης, τι να πετάξουμε, ε, ας πετάξουμε τα αβγά. Ο σελέμπριτι ο ξένος θα πέταγε αβγά -ή ίσως κάτι πιο σικ, καμιά μελιτζάνα, κάνα πορτοκάλι, κάτι- και μετά θα κατέβαινε κάτω να κάνει επεισόδιο και μπροστά στην κάμερα. Ενώ αυτή θα τράβαγε. Θα έβγαζε τη δίκαιη οργή του, και θα κέρδιζε και μια αναφορά στα TMZ και τα «People», ακόμα και τα Yupi του πλανήτη. Αυτά τα παιδιά, ο Ορέστης και η Κατερίνα, νομίζουν ότι μπορούν στα αλήθεια με τα αβγά να κάνουν τους φωτογράφους να τους αφήσουν ήσυχους για να «ζήσουν τον έρωτά τους μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας». Ενώ ταυτόχρονα θα θέλουν το θέατρό τους να γεμίζει. Το επίπεδο της άγνοιάς τους για το πώς λειτουργεί ο κόσμος και τα πράγματα φάνηκε από τη συνέντευξη του Ορέστη στο «DownTown», όπου ο δημοσιογράφος ανάφερε τη φωτογραφία που τους δείχνει να φιλιούνται, και εκτυλίχθηκε η εξής στιχομυθία:
Ορέστης: Δεν φαίνεται καθαρά στη φωτογραφία. Δεν φαίνεται καθαρά ποιος είναι ο άντρας.
Δημοσιογράφος: Δεν είσαι εσύ;
Ορέστης: Δεν ξέρω
Πολλά πράγματα μπορείς να τον πεις τον πιτσιρικά μ' αυτά που λέει, αλλά άγριο μαδαφάκα δεν τον λες με τίποτα.