07.12.2009 |

Ανήκω στους πρώτους, έστω κι αν καταλαβαίνω λίγο τους δεύτερους. Δεν ξέρω βέβαια πόσο επηρεασμένοι ήταν οι δικοί μου στον Βόλο πριν από αρκετά χρόνια από το καταναλωτικό πρότυπο, που βεβαίως δεν υπήρχε, αλλά για πάντα θα θυμάμαι το ένα ζευγάρι παπουτσάκια που μου έφερνε ο Άγιος Βασίλης και μου τα άφηνε δίπλα στο κρεβάτι για να τα βρω ξυπνώντας. Οι αναμνήσεις από μια εποχή που δεν υπήρχε υπερκατανάλωση ούτε καν κατανάλωση κουβαλάνε μια αχνιστή γαλοπούλα, έναν κακοντυμένο Άγιο-Βασίλη, που τότε νόμιζα ότι ήταν ο κανονικός, ψεύτικο χιόνι στο δέντρο και κυρίως μια σειρά από θρησκευτικά παραμύθια που τελικά ήταν τα πιο αθώα από όλα που κουβαλάει η θρησκεία. Και καλικαντζαράκια. Πολλά καλικαντζαράκια. Τι θέλω να πω με αυτό; Ότι δεν περίμενα τις γυαλισμένες βιτρίνες του Κολωνακίου για να ανακαλύψω ότι μου άρεσαν οι γιορτές.
Εκείνο που μου πήρε καιρό να καταλάβω είναι ότι οι γιορτές αρέσουν πιο πολύ στις γυναίκες, και σαν γκόμενες, αλλά και σαν μάνες. Η γκόμενα τις περιμένει πώς και πώς. Θέλει να αγοράσει δυο τρία ρουχαλάκια πιο λαμπερά και, ό,τι μαλακία και να πούμε, η γυναίκα χωρίς λαμπερά ρουχαλάκια είναι δυστυχής. Από αρχαιοτάτων χρόνων. Από τότε που αντάλασσαν μια ωραία εσθήτα με 10 κιλά καρπούζια από την Παιανία οι αρχαίοι Έλληνες. Οι γυναίκες τρελαίνονται για τις γιορτές γιατί έχουν μια αίσθηση ότι, αφού όλα λάμπουν πιο πολύ, από τις χριστουγεννιάτικες λάμπες μέχρι τα μαγαζιά, πρέπει να λάμπουν και αυτές. Πάνε σε κομμώτριες, σε μανικιουρίστ, σε αισθητικούς, βγάζουν τρίχες, φρύδια και κυρίως μπαίνουν πολλές ώρες μέσα στο μπάνιο. Μουλιάζουν. Ποτέ δεν είχα την επιθυμία να μουλιάσω μέσα σε ζεστό νερό. Τις βλέπω χρόνια να κάθονται μέσα και καταλαβαίνω άλλη μια φορά ότι μάλλον εμείς ήμασταν ιπτάμενα πλάσματα κι αυτές υδρόβια κάποτε. Αν θες να είσαι σωστός, θα φερθείς όπως πρέπει σε τέτοιες περιστάσεις. Δεν ζητάνε και πολλά άλλωστε. Να τις βγάλεις δυο τρεις φορές σε μέρη που έχει αυτό που λένε «ωραίο κόσμο». Δεν είναι ματαιόδοξο μόνο, «να δείξω το φόρεμα ή την κόμμωση», είναι και γλυκό: θέλουν να τις βγάλεις εσύ, να τις συνοδεύεις, να τις παρουσιάζεις, να καμαρώνεις αν μπορείς. Αφού είμαστε θύματα της εικόνας. Και αυτή η εικόνα, να της ανοίγεις μια πόρτα σε ένα ωραίο μαγαζί και να μπαίνει καλοντυμένη, είναι αναπόφευκτο κλισέ. Ό,τι και να κάνεις, ό,τι και να σκεφτείς, η γυναίκα θέλει να αισθάνεται μουνάρα και, εδώ που τα λέμε, όλες στα κυβικά τους μπορούν να γίνουν κουκλάρες άμα θέλουν. Είναι σίγουρο ότι η ίδια έχει φάει αρκετές ώρες για να φτιάξει την ατμόσφαιρα στο σπίτι. Σίγουρα κάτι θα έχει στολίσει, κάτι θα έχει γυαλίσει, κάτι θα έχει αγοράσει καινούριο - σε ανθοδοχείο, σε λάμπα, σε σερβίτσιο, δεν ξέρω τι. Και θα το έχει τιγκάρει στα κεριά - στα αρωματικά κεριά. Είναι μεγάλη ιστορία τα κεριά. Τα παίρνουν κατά δεκάδες, τα βάζουν παντού και το χειρότερο είναι ότι σε αφήνουν εσένα να τα σβήσεις το βράδυ. Συνήθως μισοκοιμούνται και σε ρωτάνε: «Θα σβήσεις τα κεριά, αγάπη μου;». Κι εσύ απαντάς, αλλά από μέσα σου, τι θα της τα κάνεις τα κεριά, αλλά, σας παρακαλώ, αυτές τις μέρες να μην το πείτε δυνατά.
Ακόμα: Πώς να της διαλέγεις δώρα, πώς να της φερθείς και τι άλλο μπορείς να κάνεις ώστε οι μέρες αυτές να περάσουν καλύτερα και για τους δυο. Διάβασε το υπόλοιπο στο Esquire που κυκλοφορεί.