21.04.2009 |

Τα διηγήματα αυτά διαβάζονται καλύτερα ένα-ένα. Έτσι γράφονται, άλλωστε -τα περισσότερα τα βρίσκεις στον New Yorker (ως "essays", όχι ως "fiction"). Τα βιβλία του είναι συλλογές αυτών των μικρών κειμένων, και το μόνο πρόβλημα που βρίσκω όταν τα διαβάζω είναι ότι κάποια στιγμή μπουκώνω από το επαναλαμβόμενο ύφος. Οι ιστοριούλες είναι χαριτωμένες, ευαίσθητες, καλογραμμένες και ενίοτε και ξεκαρδιστικές -αλλά αν το καλοσκεφτείς, είναι όλες ίδιες.
Το τελευταίο του βιβλίο, ωστόσο, το περίμενα με όρεξη, όχι μόνο γιατί μου το είχε "πουλήσει" πέρσι (είχα πει και μια γνώμη για το εξώφυλλο -το ματ μου άρεσε και μένα), αλλά και γιατί περιείχε και το πρώτο "μεγάλο" κείμενό του, ένα διήγημα περίπου 100 σελίδων για το ταξίδι του στην Ιαπωνία και το πώς έκοψε το τσιγάρο. Ήθελα να δω πώς γράφει σε μεγαλύτερη φόρμα, να προσπαθήσω να φανταστώ πώς θα ήταν ένα μυθιστόρημά του. Τζίφος.
Στο "μεγάλο" του κείμενο ο Σεντάρις δεν γράφει μεγάλα κεφάλαια, ούτε ακολουθεί μια υπόθεση με χαρακτήρες, πλοκή, διαλόγους τα συνήθη. Γράφει ακριβώς όπως γράφει τα διηγηματάκια του, μικρά επεισόδια λίγο-πολύ άσχετα μεταξύ τους, κι επειδή τώρα όλα εντάσσονται σε μια μεγαλύτερη ενότητα (και δεν πρέπει να γεμίσει σελίδες του New Yorker) είναι ακόμα πιο μικρά.
Το τελευταίο του βιβλίο, μ' άλλα λόγια, είναι ολόιδιο με τα προηγούμενα. Αν τα έχεις διαβάσει και σ' αρέσουν, πάρ' το, θα σου αρέσει. Αν τον έχεις βαρεθεί, άστο. Αν δεν ξέρεις ποιος είναι, πάρε το "Εγκώ Μιλήσει Καλά Κάποια Μέρα".
Εγώ τουλάχιστον κάτι έμαθα από το τελευταίο του βιβλίο: Δυστυχώς ποτέ δεν θα διαβάσω μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Σεντάρις!