Τα βιβλία της εκ Τενεσί ορμώμενης Σαρλέιν Χάρις, εννιά στον αριθμό ως τώρα, εξιστορούν τις περιπέτειες της σερβιτόρας Σούκι Στάκχαους, που μπορεί να διαβάσει τις σκέψεις των ανθρώπων γύρω της, οπότε ερωτεύεται ένα γοητευτικό βαμπίρ, στου οποίου το μυαλό δεν ακούει τίποτα. Αν σου ακούγεται γνώριμη η ιστορία, είναι γιατί αποτελεί την υπόθεση της πετυχημένης σειράς «True Blood», που βασίζεται (κάπως χαλαρά) στα βιβλία της κυρίας Χάρις.
Δεν έχω δει την τηλεοπτική σειρά, καθώς δεν συμμετέχω στο πολιτισμικό φαινόμενο της βαμπιρομόδας, αλλά διάβασα το πρώτο βιβλίο όταν ξέμεινα στις διακοπές και χρειάστηκε να απλώσω χέρι στη στοίβα της συζύγου, που συμμετέχει ένθερμα. Το βιβλίο το διάβασα στα αγγλικά (τα πρώτα τρία της σειράς κυκλοφορούν και στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Φανταστικός Κόσμος») και με έκανε να σκεφτώ τον Έμινεμ και τον Μπρους Σπρίνγκστιν.
Βλέπεις, όταν κάποιος γράφει για τις ζωές και τα βάσανα των πτωχών και των καταφρονεμένων, είναι πολύ δύσκολο να το κάνει από το επίπεδο των πτωχών και καταφρονεμένων, ακριβώς επειδή είναι πτωχοί και καταφρονεμένοι, κι έτσι δεν έχουν τα εφόδια να παράξουν τέχνη. Οπότε υπάρχουν κάποιοι που μιλούν γι' αυτούς αφ' υψηλού (ο Σπρίνγκστιν δεν έζησε ακραία φτώχια), ή εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, πτωχές καταφρονεμένες ιδιοφυίες (ο Έμινεμ). Η Σαρλέν Χάρις είναι μια, δεν μπορώ να το πω κομψά, βλαχάρα, που γράφει για βλάχαρους Αμερικανούς του Νότου, οι οποίοι μπλέκονται σε απλοϊκές αστυνομικές ιστορίες. Γι' αυτό στο βιβλίο διαβάζεις με κάθε λεπτομέρεια τι φοράει η πρωταγωνίστρια πριν βγει από το σπίτι της, πώς πιάνει τα μαλλιά της, αν κάνει ντους ή αν βάζει μέικ απ (κάθε, μα κάθε φορά), αλλά δεν παίρνεις ποτέ μυρωδιά για το αν τι σκέφτεται την ώρα που τα πτώματα πληθαίνουν γύρω της, πηδιέται πρώτη φορά, ή της πίνει το αίμα ένας γοητευτικός απέθαντος. Η κυρία που τα γράφει μπορεί να περιγράψει το κοκκαλάκι που βάζει στα μαλλιά, αλλά όχι τους ψυχολογικούς λόγους για τους οποίους μια ενήλικη πανέμορφη ξανθιά βυζαρού στον Αμερικάνικο Νότο, όπου ξαδέρφια πηδιούνται μεταξύ τους, είναι ακόμα παρθένα.
Από βιβλία σαν κι αυτό δεν περιμένεις φιλοσοφίες κι αναλύσεις, αλλά τουλάχιστον ένα υποτυπώδες, στοιχειώδες βάθος, που να κάνει τις αντιδράσεις των χαρακτήρων έστω και ελάχιστα πιστευτές, αρκετά για να γυρίσεις τη σελίδα για να δεις παρακάτω. Μπροστά στο «Dead Until Dark», να καταλάβεις, τα βιβλία του «Χάρι Πότερ» είναι βαθυστόχαστες μελέτες πάνω στον εφηβικό angst. Είναι δημιούργημα επίπεδο όσο τα βιβλία του Νταν Μπράουν — χωρίς τα ιστορικά στοιχεία. Οι σελίδες γυρνάνε τελικά, η ιστορία πάει παρακάτω, αλλά η γεύση που σου αφήνει τελικά δεν είναι της ξεκούραστης κι ανακουφιστικής μυθοπλασίας. Είναι η αίσθηση του χαμένου χρόνου. Κι εμείς, αντίθετα με τα βαμπίρ, δεν έχουμε πολύ χρόνο για πέταμα.






























