Πίσω Στη Μάνα Μου

μάνα
Το σίγουρο μηνιάτικο με αποχαιρέτησε, πακέτο με την ανεξαρτησία μου. Άφραγκος και μόνος, γύρισα στο πατρικό, όπου μαζί με τον παστίτσιο, σερβίρεται κακή τηλεόραση και ατέλειωτη γκρίνια. Άτιμη κρίση, τι άλλο θα με βάλεις να κάνω;

 

Από όλες τις κατακτήσεις μου ως ενήλικας, δε θα παραχωρούσα ποτέ το προνόμιο να μένω μόνος μου. Δεν το μετάνιωσα ακόμη και το χειμώνα του 1998, όταν ζούσα σε μια γκαρσονιέρα πενήντα τετραγωνικών με πλαστικά έπιπλα και έτρωγα καθημερινά κονσέρβες, κινδυνεύοντας να πάθω σκορβούτο, έχοντας ως μοναδικό αντάλλαγμα τη δυνατότητα να μπαίνω στο σπίτι χωρίς να έχω την υποχρέωση να μιλάω σε άνθρωπο. Ανεξαρτησία: το απόλυτο αγαθό. Όμως, με τα νέα οικονομικά δεδομένα, την κρίση και τις μειώσεις μισθών, αλλάξανε τα πράγματα. Το γεγονός ότι ο σπιτονοικοκύρης μου με έβγαλε από το σπίτι για να βάλει τη φρεσκοπαντρεμένη κόρη του με έφερε ακόμη πιο κοντά στο τρομακτικό ενδεχόμενο να επιστρέψω στο σπίτι της μητέρας μου. Όχι για πάντα, αλλά δοκιμαστικά, μία εβδομάδα, να δω αν θα το αντέξω ώστε να μείνω εκεί περισσότερο. Όταν της το ανακοίνωσα, η χαρά της ήταν κάτι παραπάνω από έκδηλη: Φτάνοντας στο σπίτι, με περίμενε φαγητό αρκετό για να θρέψει έναν ολόκληρο λόχο. Μουσακάς, φασολάδα, μπιφτέκια, και πίτες. Πολλές πίτες. Τυρόπιτα, σπανακόπιτα, γαλατόπιτα. Αχ, μάνα.

 

Διαβάστε τη συνέχεια του κειμένου στο pkool.gr

 


  • Εμφανίσεις
  • Αξιολογήσεις